Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Εργασία και ανεργία


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την ανεργία, του γνωστού ιστορικού και συγγραφέα κ Σαράντου Καργάκου, έφθασε τις προάλλες στον υπολογιστή μου και το διάβασα, το μελέτησα με μεγάλη προσοχή.

Το θέμα απασχολεί πολύ σοβαρά την παγκόσμια και ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία και πρέπει να πω, ότι οι απόψεις του κ. Καργάκου με βρίσκουν σύμφωνο σε γενικές γραμμές.

Βέβαια, θα τολμήσω να σημειώσω και ας μου το συγχωρήσει ο διακεκριμένος ιστορικός και συγγραφέας, ότι σε κάποια σημεία, κατά την δική μου άποψη είναι λίγο υπερβολικός, δικαιολογημένα θα έλεγα, από όσα βλέπει τριγύρω του, στην πατρίδα μας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα και τα επί μέρους θέματα σχετικά με την εργασία και την ανεργία, με τη σειρά :

· Γεγονός αναμφισβήτητο είναι, ότι στην Ελλάδα υπάρχει υψηλό ποσοστό ανεργίας, το οποίο κυρίως οφείλεται στην οικονομική ύφεση και στην άσχημη δημοσιονομική μας κατάσταση, που προσπαθούμε να διορθώσουμε.

· Η ανεργία πλήττει και τα δύο φύλα, όλες τις ηλικίες, ιδιαίτερα όμως τους νέους, τη νεολαία μας.

· Γεγονός επίσης είναι, ότι αλλοδαποί μετανάστες νόμιμοι και μη νόμιμοι, κατέχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κυρίως στην αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία και στην οικοδομή, αμειβόμενοι, οι περισσότεροι, με μαύρο χρήμα, παράνομα, χωρίς ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς φορολόγηση κλπ.

· Τις θέσεις εργασίας λοιπόν κατέχουν αλλοδαποί πάσης φυλής και παντός χρώματος, με αποτέλεσμα, να παραμένουν άνεργοι πολλοί έλληνες, οι οποίοι αφ’ ενός μεν στερούν από τα ασφαλιστικά τους ταμεία τις εισφορές που θα κατέβαλαν αυτοί και οι εργοδότες τους αν δούλευαν, αφ’ ετέρου δε επιβαρύνουν την ήδη νοσούσα οικονομία μας με την μεγάλη αύξηση των εκταμιευομένων ποσών για τα επιδόματα ανεργίας, τα οποία βέβαια δικαιούνται και μάλιστα πρέπει να αυξηθούν και να επιμηκυνθούν χρονικώς, δοθέντος ότι για τους άνεργους μεγάλης ηλικίας κυρίως, ελάχιστες ή μηδενικές πιθανότητες εξεύρεσης εργασίας υπάρχουν.

· Υπάρχουν όμως και μερικές αλήθειες που πρέπει ιδιαίτερα να τονιστούν : Μια από αυτές τις αλήθειες είναι ότι οι μετανάστες, στην πραγματικότητα προσφέρουν κατά κάποιο τρόπο στην ελληνική οικονομία, παρά την «μαύρη» εργασία τους και τα «μαύρα» χρήματα των αμοιβών τους, γιατί κάνουν δουλειές που οι έλληνες, τα τελευταία χρόνια, αποφεύγουν όπως… ο διάβολος το λιβάνι!

Δηλαδή :

1) Εργάζονται στην ύπαιθρο σε αγροτικές δουλειές.

2) Συλλέγουν τους πολύτιμους για την οικονομία της χώρας, καρπούς της ελληνικής γης (ελιές, πορτοκάλια, διάφορα φρούτα κλπ.)

3) Βοηθούν αποτελεσματικά στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας μας.

4) Εργάζονται στην οικοδομή και μάλιστα με επιτυχία.

5) Κάνουν βαριές δουλειές στη βιομηχανία, στις κατασκευές, καθώς και στην οδοποιία.

6) Εν ολίγοις κάνουν δουλειές που οι δικοί μας, νέοι και μεγαλύτεροι, ανεξάρτητα από γνώσεις και μόρφωση, απορρίπτουν!

Έτσι οι αλλοδαποί μετανάστες νόμιμοι και παράνομοι λαθρομετανάστες, διαδραματίζουν ρόλο, στην αγορά εργασίας, καλύπτοντας τομείς καίριους για τη λειτουργία των μηχανισμών της οικονομικής δραστηριότητας της Ελλάδας, ενώ παράλληλα με το παραεμπόριο το οποίο πολλοί απ’ αυτούς ασκούν με προϊόντα «μαϊμούδες» πλήττουν το υγιές εμπόριο και διακινούν μαύρο αφορολόγητο χρήμα, δολοφονικό για την ήδη νοσούσα σοβαρά εθνική μας οικονομία.

· Το μεταναστευτικό πρόβλημα δεν είναι απλό. Είναι περίπλοκο και

δύσκολο και ο μόνος τρόπος για να λυθεί και μάλιστα προς όφελος

της αγοράς εργασίας, της οικονομίας και βέβαια των ίδιων των

μεταναστών, είναι η επιβολή της νομιμότητας. Κοντολογίς, να

παραμείνουν στην Ελλάδα οι νόμιμοι μετανάστες και να σταλούν

(αποφεύγω την λέξη απελαθούν) στις πατρίδες τους, οι παράνομοι.

Συγχρόνως είναι αναγκαίο και επείγον να ενταθούν οι

δραστηριότητες της Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος, της

Ακτοφυλακής και των λοιπών αρμοδίων υπηρεσιών για την αποτροπή

εισόδου στην Ελλάδα και νέων κυμάτων λαθρομεταναστών, με την

βοήθεια πάντοτε της Ε.Ε.

· Ας έλθουμε όμως και στους δικούς μας άνεργους, πολλοί από τους οποίους οχυρωμένοι πίσω από γνώσεις, ειδικές ή γενικές, ειδικότητες, μόρφωση, σπουδές και πολλά άλλα αρνούνται να καταλάβουν διάφορες προσφερόμενες θέσεις. Πριν όμως να προχωρήσω στην συνέχιση του άρθρου μου, θεωρώ απαραίτητο να πω μερικά πράγματα για μένα που ισχύουν και για πολλούς άλλους της γενιάς μου.

Λοιπόν :

· Μικρό παιδί, μαθητής του Δημοτικού, μέσα στη μαύρη κατοχή και λίγο αργότερα, πούλαγα τσιγάρα στους δρόμους της Αθήνας. Είχα μάλιστα και «στέκι», το… μαγαζάκι μου, στην οδό Κοδρικτώνος, λίγο πριν την γωνία με την Πατησίων. Εκεί έβαζα ένα τραπεζάκι και σ’ αυτό άπλωνα την πραμάτεια μου, τσιγάρα χύμα… Χυμόπουλο, όπως τότε τα λέγαμε. Τσιγάρα χύμα «Φούκα», «Καπερνάρου», «Μαργαρίτη», «33», «Έθνος» και άλλα που τώρα δεν θυμάμαι. Συχνά γερμανοί και ιταλοί κατακτητές με κλέβανε και όταν εγώ φώναζα, διαμαρτυρόμουν ή έκλαιγα, με… πλάκωναν στο ξύλο!

· Λίγο μεγαλύτερος, τα πρώτα χρόνια μετά την κατοχή, μαθητής πλέον του οκταταξίου τότε γυμνασίου, εργαζόμουν τα καλοκαίρια εργατάκι στα εργαστήρια συναρμολόγησης ραδιοφώνων της R.C.A, στην Καλλιθέα.

· Φοιτητής πλέον και νεαρός δημοσιογράφος, βοηθός του βοηθού, «ανθυποδημοσιογράφος» κατά τον μεγάλο δάσκαλο της δημοσιογραφίας Γιάννη Καψή, το 1950, εδώ και 61 (εξήντα ένα)χρόνια, δούλευα σε δύο δουλειές και ήμουν «το παιδί για όλες τις δουλειές». Εργασία μέχρι και 20 ώρες το 24ωρο, με συνθήκες αντίξοες, για να σταθεροποιηθώ και να επιβληθώ, να επιζήσω δημοσιογραφικά. Και, ευτυχώς, χάρη στην εργασία και μόνον στην εργασία, τα κατάφερα. Πέτυχα… Δουλειά λοιπόν και μόνον Δουλειά…

· Τώρα;

Τώρα τι γίνεται;

Τι κάνουν οι νέοι;

Θα μεταφέρω ένα περιστατικό που έζησα περίπου προ διμήνου.

Ένα μεσημεράκι, σε κεντρικό σημείο, έξω από μια μεγάλη καφετέρια πλήρη νεαρών που απολάμβαναν το φραπεδάκι τους, το εσπρεσάκι τους κλπ, συνάντησα φίλο μου επιχειρηματία, έμπορο και διανομέα αναψυκτικών και ποτών, ο οποίος μου ανακοίνωσε ότι κατέθεσε τα δικαιολογητικά του για συνταξιοδότηση και μάλιστα, είχε υπολογίσει και την μηνιαία σύνταξή που θα έπαιρνε.

Του ευχήθηκα… «καλός πολίτης» και πρόσθεσα ότι θα ενισχύσει το εισόδημά του με κάποιο σεβαστό ποσόν που θα έπαιρνε από την πώληση της επιχείρησής του, η οποία, σημειωτέον, είχε ιστορία 35 – 40 χρόνων, άριστη φήμη, πολύ καλό πελατολόγιο και δεν όφειλε δεκάρα σε κανένα, ούτε σε τράπεζες, ούτε σε ιδιώτες.

Χαμογέλασε…

Πόσο μακριά είσαι μου απάντησε.

Την επιχείρηση την χαρίζω και κανένας δεν καταδέχεται να την πάρει, γιατί κανένας δεν θέλει να δουλέψει!

Αυτά τα παλικάρια, αυτοί οι νέοι άνθρωποι προτιμούν την καφετέρια από τη δουλειά. Προτιμούν το χαρτζηλίκι από τον συνταξιούχο πατέρα τους ή από τις οικονομίες της μάνας για να απολαμβάνουν το «φραπεδάκι» τους, το «εσπρεσάκι» τους, γιατί οι δουλειές που, κατά καιρούς, τυχαίνει να βρουν, να τους προσφερθούν, δεν τους ταιριάζουν!

Δεν είναι ανάλογες με τα γούστα τους, με τα «προσόντα» τους, απαιτούν δυνάμεις και μόνο, δεν είναι συμβατές με τον τρόπο ζωής τους και με την προσωπικότητά τους και άλλα πολλά.

Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή είναι η κατάσταση…

Από την μια μεριά η ανεργία και από την άλλη η άρνηση εργασίας, κυρίως από τους νέους.

Κλείνοντας, θέλω να πω, ότι τα τελευταία χρόνια πριν τη συνταξιοδότησή μου, σε μεγάλη σχετικώς, ηλικία και με πολυετές βαρύ φορτίο επίπονης, ψυχοφθόρου και ανθυγιεινής δημοσιογραφικής δουλειάς στην «καμπούρα» μου, σχόλαγα στις 12 τα μεσάνυχτα από την εφημερίδα (πολλές φορές και αργότερα, λόγω γεγονότων) έφθανα στο σπίτι μετά μισή με μια ώρα και στις 3.15τα ξημερώματα, όταν οι άλλοι επέστρεφαν από την διασκέδαση ή ακόμη διασκέδαζαν, ξεκίναγα για την άλλη δουλειά, στο κρατικό ραδιόφωνο.

Γι’ αυτό κατάφερα να πετύχω…

Τίποτα άλλο, μόνο καλά μυαλά…

Τις δουλειές τις παίρνουν οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Αφγανοί, οι Πακιστανοί και οι κάθε φύσης και προέλευσης μετανάστες, γιατί απλούστατα εμείς τις κλωτσάμε και τους τις προσφέρουμε…