Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Δημοσιογραφικές αναμνήσεις «Να βάλουμε τα παπούτσια μας»




  
Τις γιορτινές ημέρες, σαν καλή ώρα, αλλά και άλλες, ιδίως τα Σάββατα που οι εφημερίδες της επομένης κλείνουν νωρίς το απόγευμα, οι συντάκτες αντιμετώπιζαν έλλειψη ειδήσεων, ρεπορτάζ και γενικώς ύλης. Τα πάντα ήσαν στεγνά.
Μιλάμε βέβαια για εποχές παλαιότερες, για τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και μισής της 1970 και πιο παλιά.
Κλείναμε τις σελίδες των 12σέλιδων και 16σέλιδων εφημερίδων (μεγάλου σχήματος) με αγωνία και άγχος και με τη βοήθεια «κονσερβών» όπως ονομάζαμε την ύλη που είχαμε στο τυπογραφικό «μάρμαρο», ύλη που άντεχε κάπως στο χρόνο και πάντοτε είχαμε έτοιμη για ανάλογες περιπτώσεις.
Ένας άλλος τρόπος για να κλείσουμε και να πέσει το φύλλο στο πιεστήριο, ήταν οι… ψεύτικες διαφημίσεις. Δηλαδή, διαφημίσεις που είχαν ήδη δημοσιευθεί και πληρωθεί και επαναλαμβανόταν η δημοσίευσή τους, δωρεάν φυσικά.
Ακόμη, οι αδημοσίευτες επιστολές αναγνωστών, αν υπήρχαν, βοηθούσαν την κατάσταση.
Σε περιπτώσεις που έλειπαν μεγάλα θέματα, στην τελευταία κυρίως σελίδα, καταφεύγαμε στην «κατασκευή», η οποία βέβαια δεν αποτελούσε ψευδόλογα κατεβατά, ούτε αβάσιμες και ασύστατες φημολογίες. Αντίθετα ήταν σύνθεση γεγονότων, συνδεομένων μεταξύ τους και παρουσίασή τους με μια νέα μορφή, μια εκδοχή πιο εξελιγμένη, πιο προχωρημένη, αλλά πάντως όχι αβάσιμη ή ασύστατη.
Να μην ξεχάσω να αναφέρω ότι υπήρχαν συνάδελφοι που είχαν την ικανότητα, όταν χρειαζόταν, να γράφουν μόνοι τους ακόμη και μία – δύο σελίδες (μεγάλου σχήματος βέβαια), τους οποίους οι διευθυντές, οι αρχισυντάκτες και οι επί της ύλης, έσπευδαν να επιστρατεύσουν…
Ένας απ’ αυτούς είναι, καλή του ώρα, ο άριστος συνάδελφος και φίλος μου Δημήτρης Ζανίδης, πολυσύνθετο δημοσιογραφικό και καλλιτεχνικό ταλέντο.
Άλλος, ο μακαρίτης, επίσης καλός φίλος μου και συνάδελφος Σταμάτης Τσούτης που έφυγε από τη ζωή σχετικώς πρόωρα.
Για να κλείσουν οι σελίδες στο κάτω μέρος, όταν έμενε κενό μερικών χιλιοστών ή ενός – δύο πόντων το πολύ, βάζαμε διαφημίσεις σε μορφή μικρών αγγελιών, γιατρών κυρίως σεξολόγων – δερματολόγων, που πλήρωναν με τον μήνα και έμπαιναν όταν οι σελιδοποιοί είχαν ανάγκη των… υπηρεσιών τους.
Εκείνο ωστόσο που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι η κραυγή των προϊσταμένων της σύνταξης και της έκδοσης, όταν τα Σάββατα, περνούσε η ώρα και δεν είχαμε κλείσει και οι πιεστές φώναζαν, ότι θα αργήσουν να βγουν φύλλα και θα χάναμε, αεροπλάνα, πλοία και άλλα μέσα μεταφοράς και τις εν συνεχεία ανταποκρίσεις :
«Παιδιά, να κλείσουμε. Να βάλουμε και τα… παπούτσια μας… Να κλείσουμε… Θα χάσουμε την προώθηση στην επαρχία…»
Αυτά οι νέοι συνάδελφοι που και άξιοι και καλοί είναι, αλλά οι περισσότεροι μόνον ηλεκτρονικοί, δεν τα γνωρίζουν!
Εγώ, με τα 81 χρόνια μου και την 63χρονη δημοσιογραφική μου πείρα, στον τύπο αλλά και στο κρατικό ραδιόφωνο, ένα έχω να τους πω και ας μην πικραθούν.
Η δημοσιογραφία, διδάσκεται πρωτίστως και μαθαίνεται στις εφημερίδες, στον τύπο, τον έντυπο τύπο. Εκεί βγαίνουν και διακρίνονται οι καλοί και άξιοι «γραφιάδες» …
Αποφεύγω να αναφέρω ονόματα που μάλιστα έχουν μείνει στην ιστορία και όλοι τα γνωρίζουμε.
Βάση και μητέρα της δημοσιογραφίας, είναι η εφημερίδα. Αυτή γεννά δημοσιογράφους που όπλο τους είναι η ισχυρή γραφίδα. Αυτή είναι το κύριο όπλο των δημοσιογράφων.
Χρόνια πολλά σε όλες και όλους, συναδέλφους, φίλους παλιούς και νέους και όλο τον κόσμο.